Γιάννης Ξανθούλης: «Χωρίς μνήμη δεν έχει νόημα η ζωή»

"Ζωγραφίζει, γράφει και ξαναγράφει, επανεκδίδεται από τις εκδόσεις Διόπτρα, ξανακοιτάζει την Αθήνα που τον γοήτευσε και απογοητεύεται, για όλα. Ο Γιάννης Ξανθούλης που επιμένει ότι ξεκίνησε ως “εγκυκλοπαιδιστής” κι ευχήθηκε να γίνει “το ίδιο όμορφος με τον Τάυρον Πάουερ”.
-Από «Το καλοκαίρι που χάθηκε στον χειμώνα» (1984) μέχρι τον «Γιο του δάσκαλου», την «Κωνσταντινούπολη των ασεβών μου φόβων», «Το πεθαμένο λικέρ» και τον «Τούρκο στην κήπο» (2014) από την Διόπτρα πια, τι άλλαξε, κύριε Ξανθούλη, και τι παραμένει το ίδιο; Στη ζωή σας και στη ζωή γενικώς.
Στη ζωή μου προστέθηκαν άλλα τριάντα περίπου χρόνια με απώλειες και κέρδη. Ηθικά κέρδη με την έννοια ότι διεκδίκησα καλύτερα την αυτογνωσία μαζί με όλες τις μελαγχολικές ή κι ευχάριστες παραμέτρους της. Κυρίως εξασκήθηκα στο να μην εντυπωσιάζομαι από το προφανές. Κατά τα άλλα είμαι ίδιος.
Κυκλοφόρησε το βιβλίο σας «Κωνσταντινούπολη των ασεβών μου φόβων» και είναι άλλο! Με καινούργια κεφάλαια και με την μεγάλη έκπληξη από τις ζωγραφιές σας. Προσφάτως, επανακυκλοφορούν επίσης από την Διόπτρα «Το πεθαμένο λικέρ» και «Ο Τούρκος στον κήπο», με τις αποστάσεις του χρόνου και με αυτό που πια γίναμε, τα ίδια βιβλία όταν ξαναβγαίνουν και τα διαβάζουμε είναι πια άλλα;
Η «Κωνσταντινούπολη» έγινε αφορμή, μια και θίξατε το θέμα, να αρχίσω να ζωγραφίζω επιμελώς αυτή τη φορά. Πάντα με απασχολούσαν τα μολύβια και οι μπογιές όμως τώρα βρήκα μια επί πλέον λυτρωτική φλέβα για το τελευταίο τέταρτο της ζωής μου. Παρωδώντας τον εικαστικό εαυτόν μου ζωγραφίζω, για μένα πρωτίστως, θέματα οριεντάλ ή και άλλα αντίστοιχα αγχολυτικά. Όσο για παλαιότερα βιβλία, που έγραψα με συνθήκες που δεν πολυθυμάμαι, προτιμώ να λέω πως τα διαβάζω με διαφορετικό πλέον φωτισμό. Κάτι που αφορά και αναγνώσεις έργων άλλων συγγραφέων.

-Tί σας δίνει, δηλαδή, η ζωγραφική που δεν σας προσφέρει το γράψιμο;
Μου προσφέρει μια συμπαθητική ασυδοσία αφού δεν έχω λόγο να εξηγήσω τίποτα για την ώρα. Αργότερα, αν πολιτογραφηθώ συνάδελφος του Βαν Γκογκ ή του Κινγκ Κόνγκ, πιθανόν να ζοριστούν τα πράγματα. Το γράψιμο απλά είναι επώδυνο. Οι λέξεις συχνά είναι σαν κομμάτια σάρκας που στέλνονται για βιοψία…
-Η Κυψέλη της δεκαετίας του ’50 που συναντάμε στο «Πεθαμένο λικέρ» ποια σχέση έχει με την Κυψέλη του 2015; Η Αθήνα για την οποία κατ’ εξακολούθηση γράψατε κι αγαπήσατε με την Αθήνα στην οποία τώρα ζείτε;
Εδώ και πολλά χρόνια δεν ζω πια στην Κυψέλη. Ζω πιο κεντρικά, πέριξ του Λυκαβηττού, δηλαδή σταθερά «εντός των τειχών», όπως θα έλεγε κι ο Βασιλικός. Όμως εξακολουθώ να είμαι περιπατητικός και παρατηρητής μιας Αθήνας, που ελάχιστα θυμίζει εκείνη της νεότητάς μου. Η Κυψέλη έγινε κι αυτή κυψέλη ανάγκης για το μεγάλο μεταναστευτικό κύμα, που άλλαξε τους κώδικες της Αθήνας. Μια απλή βόλτα πείθει ότι άλλαξαν πολλά από τον καιρό του «Πεθαμένου Λικέρ» και την μυθολογία της Φωκίωνος Νέγρη.

-Η πρώτη εικόνα που θυμάστε όταν πρωτόρθατε στην Αθήνα;
Τα σουτζούκια και τα σαλάμια κρεμασμένα στη Βαρβάκειο αγορά. Έμενα σε ένα
ανατριχιαστικό ξενοδοχείο, που ακόμη βρίσκεται στη θέση του. Ααα… ναι κι ένα καλάθι με φρέζιες, που σαν λουλούδι, ως υπερβόρειος, αγνοούσα. Έτσι συνέδεσα τις φρέζες με τον ερχομό μου σε μια πόλη, που με υιοθέτησε απόλυτα και την ευγνωμονώ, όσο κι αν την βρίσκω κακοπαθημένη. Μιλώ για την Αθήνα του ιστορικού κέντρου κι όχι για τους πέριξ μαχαλάδες.

-Η τελευταία εικόνα μέχρι σήμερα απ’ αυτήν;
Η εικόνα που βλέπουμε όλοι. Καταστροφή και που και που μικρές αναστάσεις… για να ελπίζουμε. Επίσης και το τονίζω, στα χρόνια που μεσολάβησαν, οι δημοτικοί μας άρχοντες φρόντισαν να καταργήσουν σαράντα τουαλέτες από το Κέντρο. Έτσι ερμηνεύεται η δυσωδία. Πίσω ακριβώς από το άγαλμα του Κάνινγκ, στην ομώνυμη πλατεία, παίζεται… μεγάλο δράμα ελεύθερης αφόδευσης ως λύση απελπισίας. Περάστε και καμαρώστε.

-Στο «Πεθαμένο λικέρ» αυτό το υπέροχα αλλόκοτο μαγικό υπόγειο! Τι είναι τα υπόγεια για τα παιδικά μας χρόνια, κύριε Ξανθούλη; Αλλάζει η χρήση τους μεγαλώνοντας;
Άλλαξε η κλίμακα γιατί μεγαλώσαμε, χοντρύναμε, ψηλώσαμε… Τα υπόγεια ήταν ανέκαθεν μαγικά. Στα ξένα μυθιστορήματα οι ήρωες ψάχνουν στις σοφίτες λόγω διαφορετικής αρχιτεκτονικής. Στα ελληνικά… ταιριάζει το υπόγειο. Φυσικά δεν έχω ιδέα τι είδους υπόγεια υπάρχουν σήμερα. Κι αν υπάρχουν πρωταγωνιστούν λέβητες καλοριφέρ, πλυντήρια ή κάτι ανάλογο.
-«Ο Τούρκος στον κήπο» νομίζω ότι υπήρξε και το μυθιστόρημα που έφερε για τα καλά την «Κωνσταντινούπολη» στη ζωή σας. Μάθατε τουρκικά. Να θυμηθούμε πώς γράφτηκε; Και πώς το ξαναδιαβάζετε σήμερα;
Ήθελα και θέλω το παραμύθι. Το έγραψα απόλυτα ταυτιζόμενος με τον ήρωά μου, που ξαφνικά, εκτός που ανακαλύπτει έντρομος ότι είναι μέντιουμ, του προκύπτει κι ένας συγκλονιστικός σπόνσορας. Όπως στις «Μεγάλες προσδοκίες» του Ντίκενς ένα από τα πιο αγαπημένα μου βιβλία. Πάντα ονειρευόμουν να έχω κάποιον μυστικό ευεργέτη… «Ο Τούρκος στον κήπο» με συμφιλίωσε με τις ανατολικοθρακιώτικες καταβολές μου και μπήκα στην μαγική διαδικασία να μελετήσω σοβαρά την τουρκική γλώσσα, αν και δεν έχω ταλέντο στις ξένες γλώσσες. Για πολλοστή φορά πείστηκα πως, με το πρόσχημα της γραφής, ξάφνιαζα τον εαυτόν μου. Κι έτσι ακριβώς το διάβασα και σήμερα δώδεκα χρόνια αφότου εκδόθηκε έστω και αν παρατήρησα δυο τρία ενδιαφέροντα λαθάκια ιστορικά, που δεν πρόκειται να διορθώσω.

-«Θα μπορούσαν ΟΛΑ να συμβούν και γρηγορότερα, όμως τα μοιραία χρονοδιαγράμματα καθορίζουν ερήμην των ηρώων μιας ιστορίας τα παιχνίδια τους», γράφετε. Ο Χρόνος και το Παιχνίδι στο έργο σας;
Ο χρόνος είναι σταθερός φόβος. Ίσως γιατί έμαθα να τον κατανέμω με ένα πολύ αυστηρά πειθαρχημένο τρόπο, ίσως γιατί με προσπερνά αδυσώπητα και το νιώθω κάθε μέρα και πιο έντονα. Με απασχολεί περισσότερο ίσως απ’ ό,τι θα έπρεπε. Ξέρω τα περιθώριά μου και με απελπίζει το γεγονός πως δεν είμαι τόσο συνεπής όσο θα ήθελα. Γι’ αυτό και έχω ενδοιασμούς, αν θα πρέπει να ξαναγράψω. Πρέπει πρώτα, μεταξύ σοβαρού κι αστείου, να αυτοπροσδιοριστώ ξανά με τον ιδιωτικό μου χρόνο για να το αποφασίσω. Αν ξεπεράσω αυτό το εμπόδιο θα επινοήσω «παιχνίδια» με τον χρόνο. Όπως κάνω πάντα στα βιβλία μου. Εξάλλου αυτές οι χρονικές μανούβρες προσδιορίζουν τις αφορμές μου στο γράψιμο…

-Αλήθεια, κύριε Ξανθούλη, έχετε εντοπίσει τις συγγραφικές εμμονές σας;
Φυσικά. Οι εμμονές με χαρακτηρίζουν, έστω κι αν παίρνονται για αδυναμίες. Η πιο κινητήρια εμμονή είναι να πιστέψω στην ιστορία μου, να φανατιστώ με το θέμα, τις λέξεις, τις επουσιώδεις λεπτομέρειες, το κλίμα και ειδικά τις ενοχές των ηρώων. Και πάνω από όλα να σαμποτάρω τον ίδιο μου τον εαυτό. Γι’ αυτό το πρώτο πράγμα που ρωτώ την σύζυγό μου, όταν διαβάζει τα πρώτα κείμενα, είναι «γέλασες καθόλου;»

-Στα βιβλία σας όλες οι αισθήσεις θυμούνται. Ποια θέση έχει η μνήμη στο έργο σας;
Την βασικότερη γι’ αυτό τρέμω στην ιδέα της απώλειάς της. Χωρίς μνήμη δεν έχει νόημα η ζωή. Ανάλογα θέματα με απώλεια μνήμης με απασχόλησαν στο μυθιστόρημα «Του φιδιού το γάλα». Εκεί ο ήρωας χάνει τη μνήμη του, αποκαθηλώνει τη συνείδησή του…

-Με τον «Τούρκο στον κήπο» εισέβαλε αν δεν κάνω λάθος, μια περίεργη μεταφυσική στις ιστορίες σας. Κάτι σαν σύμπτωση, σαν ρωγμή στο χρόνο… εκείνα που μας υπερβαίνουν αλλά ωστόσο μας θέλουν συνένοχους, απαιτούν ειδικές συνθήκες… εαυτού και ζωής για να μας αποκαλύψουν τα μυστικά τους;
Η μεταφυσική, πέραν της θρησκείας και της παράδοσης με γοητεύει, παρόλο που από την φύση μου δεν είμαι εύπιστος. Κι όμως το μυστήριο των συμπτώσεων και της διαίσθησης με απασχολεί κι όχι μόνον συγγραφικά. Γι’ αυτό συμφωνώ με εκείνους που υποστηρίζουν πως ουδείς γλύτωσε από τις συμπτώσεις.

-Κύριε Ξανθούλη, για να γίνω πιο σαφής, γράφετε αλλιώς σήμερα;
Γράφω πολύ πιο προσεκτικά, αν αυτό σημαίνει κάτι.

-Δηλαδή, τι ακριβώς έχει αλλάξει στον τρόπο που προσεγγίζετε τις ιστορίες σας και την λογοτεχνία;
Είμαι περισσότερο φιλικά καχύποπτος με τους ήρωες που κατασκευάζω. Πιθανόν και να τους συμπονώ προετοιμάζοντας την καταστροφή τους. Έχει μια ενδιαφέρουσα παράνοια το εγχείρημα.
-Όσον αφορά τον τρόπο γραφής και ζωής, έπαιξε κάποιον ρόλο η κρίση;
Όχι, αρκούμαι στις δικές μου κρίσεις, που είναι αρκετά πολύπλοκες. Η διάσημη «κρίση», που ως ένα σημείο είναι προϊόν της απύθμενης ανικανότητας των ηλίθιων πολιτικών, δεν με αφορά συγγραφικά. Στον «Γιο του δάσκαλου» έχω κάποιες περιγραφές της μιζέριας της Αθήνας. Μιζέρια σαν παράγωγο της αθλιότητας, που λέγεται «κρίση». Για μένα η «κρίση» αποθεώνεται στο ελληνικό κοινοβούλιο. Και ακολουθούν όλα τα άλλα με το γερμανικό άλλοθι τους δανεισμούς και τα μνημόνια.

-Μας άλλαξε η κρίση, κύριε Ξανθούλη;
Μας θύμωσε και εκλέξαμε αυτές τις φάτσες, που ξέρετε. Άλλαξε την ήδη διαταραγμένη αισθητική μας και καταφύγαμε σε αυτές τις δευτεράντζες. Ο θυμός όμως ανέκαθεν ήταν το βασικό μας κριτήριο για την εκλογή των «αρχόντων».

-Τι χάθηκε με την κρίση πια ανεπιστρεπτί και τι βρήκαμε που αλλιώς δεν θα βρίσκαμε;
Προτού ενσκήψει η «κρίση» είχα γράψει ένα κείμενο στην «Ελευθεροτυπία» με τίτλο «Επιτέλους φτωχοί», που συνεχίζει να κυκλοφορεί στο διαδίκτυο. Πίστευα πως η λιτότητα (εξ απαλών) θα μας επέστρεφε στις αξίες των παλιών αναγνωστικών. Αποδείχτηκα βλακωδώς ρομαντικός.

-Η κρίση, δηλαδή, μας έκανε χειρότερους;
Η κρίση δεν μας έκανε καλύτερους. Ο θυμός μας περιστρέφεται βασικά γύρω από την αναγκαστική αλλαγή των συνηθειών μας. Παρήγορο πάντως που κάποιοι νέοι επέστρεψαν στην καλλιέργεια της γης στα χωριά τους, στην υγεία της χειρονακτικής εργασίας….

-Τι θεωρείται σήμερα γενναιότητα; Και τι θα χαρακτηρίζατε «επαναστατικό»;
Γενναιότητα στην τωρινή Ελλάδα είναι να παλέψεις για να διασώσεις την αξιοπρέπειά σου κι όσο για «επαναστατικότητα» μάλλον δεν τη συσχετίζω με συλλογή από καλάζνικοφ και πυροτεχνήματα αλλά με μια αναπάντεχη υπέρβαση του αυτονόητου. Δυστυχώς όμως στην χώρα μας το αυτονόητο παίρνεται για επίτευγμα.

-Στις 25 έχουμε εκλογές, είστε αισιόδοξος ή απαισιόδοξος;
… Πόσο αισιόδοξος να είμαι όταν σαν χώρα ανήκουμε στην Ευρώπη, στα Βαλκάνια, στον Ευρωπαϊκό νότο, πιστεύουμε στα θαύματα, στην αστρολογία, στις «εικόνες που δακρύζουν» στην βλακωδέστατη ρήση «Του Έλληνα ο τράχηλος ζυγόν δεν υπομένει» και συγγενεύουμε τραγικά με το πολιτικό ήθος της Παραγουάης;

-Αλήθεια κύριε Ξανθούλη, πιστεύετε, ότι θα βγούμε ποτέ από την κρίση;
Δεν έχω ιδέα. Όλες τις προφητείες και τις απαντήσεις μάλλον τις κατέχει ο ΣΥΡΙΖΑ. Εγώ από τα σταυρόλεξα το μόνο που εύρισκα αμέσως ήταν τα «σταυρολεξικά άνθη» δηλαδή «Ια».

-Και στο «Πεθαμένο λικέρ» και στον «Τούρκο στον κήπο» πρωταγωνιστικό ρόλο έχουν τα παιδιά και η παιδική ηλικία με τα μυστήρια και τα μυστικά της. Τι ζούμε ως παιδιά που παύουμε να τα ζούμε ή να τα βλέπουμε μεγαλώνοντας, κύριε Ξανθούλη;
-Νομίζω πως χάνουμε οριστικά την αληθινή μας πατρίδα μεταναστεύοντας σε μια απείρως λιγότερο αληθινή.

-Κύριε Ξανθούλη εσείς θυμάστε; Πότε πρωτογράψατε, πότε πρωτοφοβηθήκατε πολύ, το θυμάστε;
Πρωτόγραψα στα δέκα μου χρόνια. Όταν στο σπίτι δεν υπήρχαν βιβλία, εγκυκλοπαίδειες και τα σχετικά. Έτσι επινόησα μια φανταστική δική μου εγκυκλοπαίδεια με ψευδείς πληροφορίες βασισμένες στην φαντασία μου και στην κινηματογραφική ή ραδιοφωνική μου παιδεία. Ὡς «εγκυκλοπαιδιστής» ξεκίνησα… Πρωτοφοβήθηκα πραγματικά πολύ όταν μπήκα στην εφηβεία παντελώς ανέτοιμος.

-Πότε γοητευθήκατε πολύ ως παιδί;
Όταν στα μέσα της δεκαετίας του ’50 είδα τον Τάυρον Πάουερ στο φιλμ «Αίμα και άμμος» κι ευχήθηκα να γίνω το ίδιο όμορφος. Τζάμπα η ευχή.

-Τι εξακολουθεί να σας γοητεύει σήμερα;
Μόνο κάποιες στιγμές ιδιωτικής φύσεως άσχετες από συγγραφιλίκια.

-Και τι εξακολουθείτε να φοβάστε;
Όταν οι φόβοι μου, μερικούς από αυτούς τους έχω ανάγκη για αντίστηξη, θα αποδειχτούν ανίσχυροι.

-«Υπήρχε μόνο η μισοσβησμένη φήμη μιας παραγράφου της επίσημης Ιστορίας» («Ο Τούρκος στον κήπο») πόσο μπορεί να αντισταθεί η προσωπική ιστορία στην επίσημη Ιστορία, κύριε Ξανθούλη;
Μπορεί να κάνω λάθος, αλλά κι η «επίσημη ιστορία» σε μεγάλο βαθμό είναι ένα επεξεργασμένο μόρφωμα προσωπικών ιστοριών. Κάποιες φορές διακριτό.

-Συγγραφικές… Οδηγίες επιβίωσης σε καιρούς κρίσης;
Μην υποτιμάτε τα παραμύθια, αντισταθείτε στο παραμύθιασμα.

-Μια ευχή;
Να μιλάμε πρόσωπο με πρόσωπο κι όχι κινητό με κινητό και να καταλάβουμε πως η δημοφιλής τεχνολογία γίνεται όλο και πιο δυναμικά η πυραμίδα της μοναξιάς μας.
πηγη :fractalart.gr
Share on Google Plus

About typo spor

Είμαστε Καθημερινά μαζί σας και Θέλουμε την Κρίση, την Κριτική, την Συμβολή την Υπόδειξη και τη Συμμετοχή σας.Το Portal μας typospor.gr είναι Ανοικτό σε όλους σας."Συνεχίζουμε να συντονιζόμαστε μαζί σας."Με το Μεράκι,την Ορμή και την “Τρέλα” του 1998.