Oι Παρασκευές για εμάς τους γραφιάδες είναι πάντοτε δύσκολες: Είτε κλείνουμε φύλλο, είτε κλείνουμε εβδομάδα παραδίδοντας νούμερα στο αφεντικό, είτε ετοιμάζουμε την ύλη του Σαββατοκύριακού, είτε απλά προετοιμαζόμαστε ψυχολογικά για ακόμα ένα Σαββατοκύριακο γεμάτο υπερωρίες.
Παρασκευή, 8 το απόγευμα. Κάπου μεταξύ φθοράς, αφθαρσίας και ρεπορτάζ, ένα κόκκινο σημαδάκι εμφανίζεται στο πάντα μοναχικό timeline μου. «Χαθήκαμε. Έχεις χρόνο απόψε;». Αποστολέας η Γ. μία εξαιρετική μου φίλη από τα πέτρινα χρόνια του Λυκείου, με την οποία είχα να συναντηθώ αρκετό καιρό. Η Γ. ήταν πάντα η κοπέλα της παρέας που είχε αρκετές ευαισθησίες και ήταν λιγότερο αυθόρμητη από τις άλλες συνομήλικες προς το άλλο φύλο. Μία συμπαθητική παρουσία, που δεν την έλεγες επουδενί άσχημη, που ωστόσο ήταν το κλασσικό δείγμα έφηβης με φόβους για το φυσιολογικο, δηλαδή την ολοένα αυξανόμενη τάση για μετοχή στο σεξουαλικό φαινόμενο κατά την περίοδο της εφηβίας. Σήμερα η Γ. είναι εκπαιδευτικός με περγαμυνές. Είχα να την δώ περίπου 2-3 μήνες και την τελευταία φορά που είχαμε βγει για χαλαρό ποτό δεν είχε αλλάξει και τίποτα. Σε αντίθεση με την Παρασκευή εκείνη.
Ώρα 11 και 15. Περιμένω στο Σύνταγμα υπομένοντας το κρύο αλλά με τη σκέψη του Jameson που θα πιώ στην Κολοκοτρώνη και με τα βρισίδια που θα ρίξω στην Γ. (καθυστερημένη, όπως πάντα) να κάνουν την αναμονή λιγότερο φορτική. Η Γ. εμφανίζεται από το μετρό, κάπως αλλαγμένη. Μπα, η κούραση θα φταιει. Χαιρετιώμαστε, την βρίζω και συνεχίζουμε προς τον προορισμό μας.
Περνώντας μπροστά από τα γιορτινά φώτα της πλατείας, παρατηρώ αμέσως την τεράστια αλλαγή για την οποία είχα αμφιβολίες. Η Γ. έχει γίνει ΓΥ-ΝΑΙ-ΚΑ-ΡΑ, επιτέλους. Έχει χάσει κιλά, έχει προσέξει τον εαυτό της παραπάνω και γενικά είναι ένα χάρμα οφθαλμών. Η παρατηρητικότητά μου δεν μετατρέπεται σε έκπληξη και συνεχίζω να προχωράω σαν να μην συμβαίνει τίποτα, σαν να μην έχει υπάρξει καμία αλλαγή επάνω της, κοιτάζοντας μάλιστα αδιάκριτα οποιαδήποτε αιθέρια ύπαρξη περνάει από το διάβα μου, λαμβάνοντας και τα επικριτικά σχόλια της Γ.
Και πάνω που ξεχνιέται το όλο σοκ, η πραγματικότητα μου χτυπάει την πόρτα ξανά. Η Γ. απομακρύνεται προς μία βιτρίνα με τσάντες. Σκύβει. Παθαίνω εγκεφαλικό. Οι γλουτοί της είναι σχηματισμένοι τέλεια, αγγελικά σαν σε μυθοπλασία. Συνεχίζει αυτή τη φορά όρθια στην επόμενη βιτρίνα. Και εκεί το σοκ είναι του ίδιου βελινεκούς: Η Γ. φαντάζει στα μάτια μου για πρώτη φορά μετά από 8 χρόνια στενής φιλίας ένα λουκουμάκι που θέλω να γευτώ, ένα κάστρο που θέλω να πορθήσω. Πλέον ο,τιδήποτε και αν κάνει, είναι τόσο σέξυ, που προκαλεί οποιοδήποτε αρσενικό περνάει δίπλα της.
Ενώ λοιπόν μου μίλαγε για το διδακτορικό της, εγώ προσποιούμουν πως άκουγα με ευλάβεια, ενώ στην ουσία προσπαθούσα να συνέλθω από το σοκ, μπαίνοντας συνεχώς στη διαδικασία να ρίχνω κλεφτές ματιές σε όλο της το σώμα, το οποίο εκπέμπει πλέον αυτοπεποίθηση. Την παρατηρώ παντού, σε όλα τα σημεία, στα πόδια, στα χείλη, παντού. Αποφασίζω μέσα μου πως πλέον η φίλη μου έχει μπει στον κλειστό κύκλο των γυναικών εκείνων που καταφέρνουν να με σαγηνεύσουν ερωτικά. Και αμέσως το μυαλό μου παίρνει το σχήμα ρινκ. Διαιτητής δεν υπάρχει, παρά μόνο μάχη. Σκληρή.
Σεξ με την παιδική σου φίλη. «Στα φιλικά μπαίνουν τα καλύτερα γκολ». «Ναι, αλλά θα χαθεί η φιλία»…Ένα απλό δείγμα των ερωτημάτων που ξεπηδούσαν από το μυαλό μου όσο την κοιτούσα. Δεν μου είχε περάσει ούτε μία στιγμή από το μυαλό πως ακόμα και αν της το πρότεινα θα αρνούνταν. Ήμουν σίγουρος πως δεν θα έλεγε όχι. Κάτι μέσα μου όμως με τράβηξε πίσω. Μην με ρωτάτε να σας πω, γιατί δεν ξέρω τι είναι αυτό. Με την απορία έμεινα και με την υπόσχεση στη Γ. πως την επόμενη εβδομάδα θα δούμε το «Χόμπιτ». 
Και ρωτώ φίλε αναγνώστη: Εκτός από υψηλή φορολογία, τι άλλο τίμημα πρέπει να πληρώσουμε εμείς οι γραφιάδες για να νιώσουμε το γλυκό νέκταρ της ζωής;

πηγη : rizopoulos post .gr