Η κρυφή παραξενιά της μπουρζουαζίας..

Το «ρεύμα του weird κινηματογράφου». Ετσι αναφέρονται στη διεθνή κριτικογραφία οι ταινίες του Λάνθιμου, της Τσαγγάρη, του Κούτρα, του Λυγίζου, του Ζώη κ.ά. που εξερευνούν αλλιώς την κρίση, με «παράξενους» αφηγηματικούς τρόπους και μέσα από «παράξενους» χαρακτήρες, εστιάζοντας στην ελληνική οικογένεια, στη σεξουαλικότητα, στις σχέσεις, στην ελευθερία ή την εξουσία. Ο όρος weird θα ταίριαζε γάντι και στα 21 ερεθιστικά διηγήματα της συλλογής Η τρισεγγονή της αραπίνας και άλλες ιστορίες (εκδ. της Εστίας) που ανοίγουν ένα παράθυρο προς τη μικροϊστορία της ελληνικής μπουρζουαζίας και... μισο-μπουρζουαζίας από το 1950 μέχρι σήμερα, φωτίζοντας αποσιωπημένες πτυχές της κοινωνικής παραξενιάς της.
Συγγραφέας τους ο Γιώργος Κυριακόπουλος, μια αναγεννησιακή προσωπικότητα που συνδυάζει πολλές παράξενες ιδιότητες. Εχει σπουδάσει Νομικά και Πολιτικές Επιστήμες, αλλά εργάζεται ως τεχνοκράτης μάνατζερ σε εταιρεία παραγωγής βιοντίζελ, ενώ παράλληλα είναι αναγνωρισμένος ειδικός στην παραδοσιακή αγγειοπλαστική και παραδίδει σεμινάρια για τα ελληνικά λαϊκά κεραμικά. Εχει όμως βουτήξει και στα βαθιά της πολιτισμικής διαχείρισης, με ιδέες και μαχητικές προτάσεις που αποτυπώθηκαν στο προεκλογικό πρόγραμμα του «Ποταμιού», με το οποίο συμπορεύτηκε και ως υποψήφιος στις εκλογές του 2015.
Με τη λογοτεχνία πρωτο-ασχολήθηκε αμέσως έπειτα, όταν για εκείνον έκλεισε το κεφάλαιο «πολιτική», «διότι δεν έχω τη δυνατότητα να ευδοκιμήσω σ’ αυτό το περιβάλλον». Αντίθετα μάλιστα από ό,τι συνήθως συμβαίνει σε παρόμοιες μεταπηδήσεις, τα διηγήματά του δεν είναι καμουφλαρισμένα δηλητηριώδη πολιτικά σχόλια. Μοιάζουν σαν έτοιμα από καιρό να γεννηθούν, και αποκαλύπτουν έναν συγγραφέα-σχολαστικό παρατηρητή της ιδιωτικής σφαίρας στον παραδοσιακό αστικό κόσμο, τον οποίο παρουσιάζει αριστοτεχνικά ως παράξενο είδος υπό εξαφάνιση, χωρίς παρ' όλα αυτά να τον εξιδανικεύει.


Εξοικειωμένοι με τις μικτές ταυτότητες και κατά βάθος λιμπερτίνοι, μυαλά πρακτικά και καρδιές σκληραγωγημένες, παλιοί αστοί της Αθήνας, της Σπάρτης, της Θήβας με τη μισο-αστική αυλή τους (κατά το «demi-monde» του Προυστ), πρώην πλούσιοι, με αρχές και κοινωνικές ανησυχίες, φιλάνθρωποι, φιλοδεξιοί ή φιλοαριστεροί όμως όχι κολλημένοι με την πολιτική, σπουδαγμένοι, πολυτεχνίτες ή και καλλιτέχνες, οι πρωταγωνιστές του βιβλίου δεν είναι οι συνηθισμένοι άνθρωποι «της διπλανής πόρτας» ούτε είναι «σαν κι εμάς».
Ο καθένας και η καθεμιά τους κουβαλούν την ευθύνη, το βάρος ή το καμάρι του να διαφέρουν, και προσπαθούν να διαχειριστούν αυτή τη διαφορά. Και πάλι όμως, μέσα στις δικές τους αλλόκοτες περιπέτειες και στις μυστήριες ψυχές τους μπορούμε όλοι να δούμε εικόνες και επεισόδια της δικής μας ζωής. Ισως άλλωστε να είμαστε κι εμείς τρισέγγονα κάποιας αραπίνας, όπως η γαλανομάτα θεία Αγνή με το διάφανο δέρμα και την κάτασπρη κοτσίδα, στο ομότιτλο διήγημα του Κυριακόπουλου για τη μικρή Ιστορία εκείνων των «Αλλων» που καταφέρνουν να επιβιώσουν και να καταξιωθούν σε πείσμα του κανόνα της μεγάλης Ιστορίας.
Λακωνικό και υποβλητικό, αυτό το διήγημα συνομιλεί με την αλληγορική συλλογή διηγημάτων Ο Μπετόβεν ήταν κατά το 1/16 μαύρος, όπου η Νοτιοαφρικανή Ναντίν Γκόρντιμερ σχολίασε την αναζήτηση της ταυτότητας στη μετά-το-απαρτχάιντ εποχή.
Το ενδιαφέρον στις ιστορίες του Κυριακόπουλου είναι ότι ενώ οι περισσότερες έχουν αυτοβιογραφική βάση, ποτέ δεν εξαντλούνται σε αναμνήσεις ή μαρτυρίες. Ο ίδιος εμφανίζεται σε ορισμένες ως παιδί, έφηβος, φοιτητής ή στέλεχος επιχείρησης, όμως το αυτοβιογραφικό υλικό περνά μέσα από το φίλτρο της φαντασίας και υφίσταται έναν μετασχηματισμό που του δίνει αναστοχαστική διάσταση, καινούργιο νόημα και καινούργια δυναμική. Η Τρισεγγονή της αραπίνας... έχει ρετρό ντεκόρ (παρουσιασμένο με την τέχνη ενός μινιατουρίστα) αλλά δεν είναι ένα βιβλίο ρετρό. Κοιτάζει πίσω για να εξηγήσει το εδώ και να σκεφτεί το παραπέρα.


Μια γνωστή-άγνωστη μυρωδιά στα ιδρωμένα σεντόνια

Αρχές του ’70. Η θεία Ινώ, που ποτέ δεν υπήρξε ιδιαίτερα αγαπητή στην οικογένεια, υποδέχεται στον σιδηροδρομικό σταθμό της Χαλκίδας τον έφηβο εξ αγχιστείας ανιψιό της. Τα οικονομικά των γονιών του «δεν είναι ανθηρά», οπότε τον έστειλαν στη «γλωσσοπλάστρα» χήρα του αδελφού του παππού του. Θα μείνει δυο εβδομάδες στο εξοχικό της σπιτάκι δίπλα στη θάλασσα, μια κάμαρα με μια κουζινούλα, χωρίς ηλεκτρικό ούτε τρεχούμενο νερό. Κάθε βράδυ θα φουσκώνει το στρώμα του δίπλα στα γεράνια. Κάθε πρωί θα έρχεται η Σταματία να μαγειρέψει. Η θεία οδηγεί ένα διθέσιο λαδί MG που κάποτε μπορεί να ήταν στυλάτο, όμως του φαίνεται στενάχωρο.
Τα πρωινά γράφει στη γραφομηχανή της ή ρίχνει πασιέντζες, κι ο ανιψιός απολαμβάνει τη θάλασσα και τις άσκοπες βόλτες. Ζουν παράλληλα χωρίς να κινούν τη μεταξύ τους περιέργεια. Ωσπου το τελευταίο βράδυ, όταν ο ανιψιός ξυπνά διψασμένος, ακούει έναν γυναικείο λαρυγγισμό, και στην κουζινούλα πέφτει πάνω στη θεία Ινώ και τη Σταματία που φορούν λεπτά νυχτικά. «Η Σταματία μου κρατάει συντροφιά κάποιες νύχτες, καλοσύνη της», θα πει η θεία με μια αδιόρατη ικεσία στη φωνή, και οι δυο γυναίκες θα τον προτρέψουν να πάει να ξεκουραστεί όχι στο στρώμα αλλά στο κρεβάτι. Τότε δεν το κατάλαβε ο ανιψιός, όμως μετά από χρόνια θα ανακαλέσει με τον νου του τη γνώριμη-άγνωστη μυρωδιά από εκείνα τα ιδρωμένα σεντόνια. Αλλά δεν θα πει τίποτα σε κανέναν.
Η ιστορία της θείας Ινώς από τη Θήβα, που τόλμησε να ακολουθήσει τη φωνή του κορμιού της, ανοίγει το βιβλίο του Γιώργου Κυριακόπουλου και δίνει το στίγμα του. Το νήμα που συνδέει τις περισσότερες ιστορίες είναι η συμπεριφορά των ηρώων στα ερωτικά ζητήματα, την οποία ο συγγραφέας αξιοποιεί ως υπαινιγμό για τους χαρακτήρες, τις νοοτροπίες, τις ταξικές ή κοινωνικές παθογένειες και εντέλει τις στάσεις ζωής που σχολιάζει.
Ο Κυριακόπουλος χρησιμοποιεί ως καταλύτη: την ερωτική πρωτοβουλία («Cognoscere Causas Rerum»), το ερωτικό έγκλημα τιμής («Βικτωρία»), την ερωτική φιλία («Το βορινό παράθυρο»), το ερωτικό φετίχ («Ωσεί μονόπρακτο»), την ερωτική απόρριψη ( «Μπράνκο Ηλιάδης, άπατρις»), τον συμφεροντολόγο έρωτα («Ρογήρος Βαϊκούσης»), τον ανομολόγητο έρωτα («Το ποίημα του ενός ευρώ») κ.α.


Η «Παιδική Μούσα» που υπαινίσσεται την ερωτική κακοποίηση ενός 13χρονου κοριτσιού από τον πατέρα του εν γνώσει όλης της οικογένειάς του είναι από τις πιο δυνατές ιστορίες και είναι αυτοβιογραφική. Ενα συνομήλικό της γειτονόπουλο, που η μητέρα του το έστελνε κάθε μέρα να δώσει γκοφρέτες «στα παιδιά των απέναντι» στο καλοκαιρινό θέρετρο, βλέπει αυτό που δεν έπρεπε να δει. Ηταν ο συγγραφέας που, 45 χρόνια αργότερα, καταφέρνει με τη γραφή του να καταδικάσει τόσο την πράξη όσο και τη στενή ηθικολογική της προσέγγιση.
πηγη : efsyn.gr
Share on Google Plus

About typo spor

Είμαστε Καθημερινά μαζί σας και Θέλουμε την Κρίση, την Κριτική, την Συμβολή την Υπόδειξη και τη Συμμετοχή σας.Το Portal μας typospor.gr είναι Ανοικτό σε όλους σας."Συνεχίζουμε να συντονιζόμαστε μαζί σας."Με το Μεράκι,την Ορμή και την “Τρέλα” του 1998.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου