Το Μακεδονικό άρχισε ως εκκλησιαστικό ζήτημα..

Οι παρεμβάσεις των Ιεραρχών πάνω στο μείζον εθνικό ζήτημα της ονομασίας του κράτους των Σκοπίων, αποτέλεσε από την πρώτη κιόλας στιγμή με την έκδοση της απόφασης της Ιεράς Συνόδου, αφορμή για πολλούς ανήκοντες στον λεγόμενο «προοδευτικό χώρο» να διαμαρτύρονται υποστηρίζοντας ότι «η Εκκλησία δεν πρέπει να επεμβαίνει στην πολιτική» και πως «θα πρέπει να περιοριστεί στα του οίκου της».
Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί είναι παντελώς άστοχοι και ανιστόρητοι. Αυτό δεν το λέμε μόνο επειδή η Εκκλησία οφείλει να παίρνει θέση στα ζητήματα που αφορούν την κοινωνία και το Έθνος αλλά κυρίως λόγω του αδιαμφισβήτητου γεγονότος, το οποίο όμως πολλοί αγνοούν, ότι το Μακεδονικό ξεκίνησε να υφίσταται ως εκκλησιαστικό ζήτημα!
Η ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας

Κεντρική φωτογραφία: Συνέλευση της Βουλγαρικής Εξαρχίας το 1871
Συνέλευση της Βουλγαρικής Εξαρχίας το 1871

Από την δεκαετία του 1840 η Ρωσική Αυτοκρατορία άρχισε να εφαρμόζει την πολιτική του πανσλαβισμού, με την οποία επιδίωκε την επέκταση της επιρροής της σε όλα τα σλαβικά έθνη και κατ’ επέκτασιν και στα Βαλκάνια, μέσω των Βουλγάρων που βρίσκονταν επί πέντε αιώνες υπό τουρκική κατοχή.

Έπειτα από έντονες ρωσικές πιέσεις, η Οθωμανική Αυτοκρατορία αναγνώρισε με φιρμάνι του 1870 την Αυτοκέφαλη Βουλγαρική Εκκλησία με επικεφαλής τον Έξαρχο Ιλαρίωνα. Το φιρμάνι όριζε τη δικαιοδοσία της Εξαρχίας ανάμεσα στην οροσειρά του Αίμου και τον Δούναβη μαζί με την Δοβρουτζά, ενώ επεκτάθηκε αργότερα δυτικά στην ζώνη των Σκοπίων, του Κιουστεντίλ, της Αχρίδας και των Βελεσσών. Από τις παραπάνω περιοχές εξαιρούνταν η παραθαλάσσια περιοχή της Βάρνας, η Φιλιππούπολη, η Στενήμαχος και τα γύρω χωριά τους, όπου ζούσαν ελληνικοί πληθυσμοί.
Η Πανορθόδοξη Σύνοδος που συγκλήθηκε το 1872 κήρυξε ως σχισματική την Βουλγαρική Εξαρχία λόγω του καθαρά εθνοτικού χαρακτήρα της και της μη μνημόνευσης του Πατριάρχη κατά τη Θεία Λειτουργίας, γεγονότα παράτυπα σύμφωνα με την ορθόδοξη παράδοση. Έτσι, προκλήθηκε το σχίσμα στην Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία που εξυπηρετούσε συνάμα τα συμφέροντα των Οθωμανών, καθώς αποφεύχθηκε προς το παρόν η κοινή δράση των χριστιανών εναντίον τους. Επίσης, ο άκρατος εθνοφυλετισμός της Εξαρχίας καθόρισε σε απόλυτο σχεδόν βαθμό την ταύτιση της έννοιας του εξαρχικού με αυτή του Βούλγαρου.
Στην περιοχή της Μακεδονίας, οι Βούλγαροι δεν μπόρεσαν να συγκεντρώσουν τα απαιτούμενα 2/3, ώστε να εγκαταστήσουν επισκοπές, αλλά απέστειλαν επιτρόπους (βικάριους), οι οποίοι προσπαθούσαν να πείσουν τους κατοίκους να υπαχθούν στην Βουλγαρική Εκκλησία. Παράλληλα, το σουλτανικό φιρμάνι προέβλεπε το δικαίωμα να ιδρυθεί βουλγαρικός ναός, οπουδήποτε εκπροσωπούνταν το 1/3 του τοπικού ποιμνίου, δημιουργώντας προβλήματα και αντιπαλότητες μεταξύ των ορθοδόξων.
Εκκλησιαστικός και γλωσσικός ιμπεριαλισμός από τους Βούλγαρους στη Μακεδονία

Ο Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός (1900- 1908)

Οι Βούλγαροι εκμεταλλευόμενοι τη σλαβόφωνη
Ο Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός (1900- 1908) διάλεκτο, που ομιλούνταν από πληθυσμιακές ομάδες της Μακεδονίας, επιχειρούσαν την διαμόρφωση βουλγαρικής εθνικής συνείδησης στον τοπικό πληθυσμό, με την ανοικοδόμηση βουλγάρικων σχολείων και ο διορισμό εξαρχικών δασκάλων και ιερέων. Όμως ο πληθυσμός της Μακεδονίας στην συντριπτική πλειονότητά του έμενε πιστός στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, διακηρύσσοντας έτσι και την ελληνική του εθνική συνείδηση. Σύντομα, άρχισε να διδάσκεται η ελληνική γλώσσα σε αυτοσχέδια σχολεία που ιδρύθηκαν από τις εντόπιες κοινότητες.

Το Μακεδονικό άρχισε να αποκτά πολιτική χροιά το 1878 όταν μετά την βαριά ήττα που γνώρισαν στον Ρωσο-τουρκικό πόλεμο που κηρύχθηκε ένα χρόνο πριν, οι Οθωμανοί υπέγραψαν την ταπεινωτική γι’ αυτούς Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (3 Μαρτίου 1878), στο ομώνυμο προάστιο της Κωνσταντινούπολης.
Τα άρθρα της συνθήκης προέβλεπαν την ανεξαρτησία της Σερβίας, της Ρουμανίας και του Μαυροβουνίου, ενώ παραχωρούσαν αυτονομία στην Βοσνία Ερζεγοβίνη και τη Βουλγαρία. Ειδικότερα στην τελευταία παραχωρήθηκαν δυσανάλογα με τον πληθυσμό της εδάφη, εις βάρος κυρίως των ελληνικών συμφερόντων. Μ’ αυτόν τον τρόπο έγιναν ολοφάνερες οι προσπάθειες της Ρωσίας να δημιουργήσει ένα ισχυρό παράγοντα στην περιοχή εναντίον των Τούρκων, που θα λειτουργούσε παράλληλα ως δικό της υποχείριο στα Βαλκάνια.
Η αντίδραση από την ελληνική πλευρά ήταν έντονη, υποβάλλοντας πολλά υπομνήματα διαμαρτυρίας στις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής, οι οποίες τελικά απέρριψαν τους όρους της συνθήκης, καθώς φοβήθηκαν την μονομερή λύση εις όφελος των Ρώσων. Έτσι, τον Ιούνιο του 1878 συγκλήθηκε το Συνέδριο του Βερολίνου, όπου συμμετείχαν εκπρόσωποι από όλα τα εμπλεκόμενα κράτη (δυτικές και κεντρικές ευρωπαϊκές δυνάμεις, Ρωσία, Οθωμανική Αυτοκρατορία, βαλκανικά κράτη). Εκεί αποφασίστηκε ο δραστικός περιορισμός των βουλγαρικών εδαφών και η ίδρυση της αυτόνομης Ανατολικής Ρωμυλίας.
Από τότε όμως οι απόπειρες προσεταιρισμού των Ορθοδόξων κατοίκων της Μακεδονίας έγιναν ακόμα πιο έντονες από τους Βούλγαρους, οι οποίοι μέσω των άτακτων στρατιωτικών σωμάτων τους, των κομιτατζήδων, έφταναν στο σημείο να δολοφονούν Έλληνες δασκάλους, προκρίτους και ιερείς, που δεν δέχονταν να ενταχθούν στην Εξαρχία.
Η τρομοκρατία που εξαπέλυαν οι κομιτατζήδες από τα τέλη του 19ου αιώνα και η οποία κορυφώθηκε στα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα, προκάλεσαν την παρέμβαση της Ελλάδας με την δημιουργία και την ενίσχυση ενόπλων σωμάτων για την προστασία του ντόπιου πληθυσμού. Οι ένοπλες αντιπαραθέσεις στα εδάφη της τουρκοκρατούμενης Μακεδονίας μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων έμειναν στην ιστορία ως «Μακεδονικός Αγώνας» (1904 – 1908).

Ο Μαρτυρικός Μητροπολίτης Γρεβενών Αιμιλιανός (1908 1911)
Ο Μαρτυρικός Μητροπολίτης Γρεβενών Αιμιλιανός (1908 1911)

Εκτός από τους οπλαρχηγούς (Παύλος Μελάς, Τέλλος Άγρας, Καπετάν Κόττας, Γεώργιος Τσόντος – Βάρδας κ.α) και τους διπλωμάτες (Ίων Δραγούμης, Λάμπρος Κορομηλάς), πρωταγωνιστικό ρόλο στον Μακεδονικό Αγώνα διαδραμάτισαν και οι εντόπιοι Μητροπολίτες του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όπως ο Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης, ο Μελενίκου Ειρηναίος, ο Πελαγονίας Ιωακείμ, ο Δράμας Χρυσόστομος (ο μετέπειτα εθνομάρτυρας Σμύρνης), ο Κορυτσάς Φώτιος, ο Νευροκοπίου Θεοδώρητος και άλλοι.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Μητροπολίτης Κορυτσάς Φώτιος δολοφονήθηκε σε ενέδρα από οπαδούς της ρουμάνικης προπαγάνδας, αφού την Μακεδονία εποφθαλμιούσε τότε και η Ρουμανία, δημιουργώντας το λεγόμενο «κουτσοβλαχικό ζήτημα», ενώ ο Μητροπολίτης Γρεβενών Αιμιλιανός έχασε τη ζωή του σε ενέδρα Βουλγάρων κομιτατζήδων το 1911, δηλαδή τρία χρόνια μετά την θεωρητική λήξη του Μακεδονικού Αγώνα.
Πως είναι δυνατόν λοιπόν να μην παίρνει θέση η Εκκλησία για το Μακεδονικό, όταν έχυσαν το αίμα τους και για το συγκεκριμένο εθνικό ζήτημα κληρικοί ακόμα και Ιεράρχες;
Το ζήτημα της Εκκλησίας των Σκοπίων
Ένα ακόμα ζήτημα εθνικής και κυρίως εκκλησιαστικής δύσεως, που αναδύθηκε με την ανεξαρτητοποίηση των Σκοπίων από την Γιουγκοσλαβία το 1991 είναι και αυτό της «Μακεδονικής Εκκλησίας».
Η αυτοαποκαλούμενη «Μακεδονική Ορθόδοξη Εκκλησία – Αρχιεπισκοπή Αχρίδας» προέκυψε από την αυτονόμηση των τριών νοτιότερων επαρχιών της Σερβικής Εκκλησίας, δηλαδή των Μητροπόλεων Σκοπίων, Ζλετόβου – Στρωμνίτσας, Αχρίδας – Βιτωλίων, τον Οκτώβριο του 1958. Ιδρύθηκε ως Αρχιεπισκοπή Αχρίδας και βρίσκονταν σε κανονική ενότητα με το Σερβικό Πατριαρχείο, ενώ ο πρώτος Επίσκοπος της χειροτονήθηκε από τον Σέρβο Πατριάρχη.
Το 1967 όμως, με την υποστήριξη του καθεστώτος Τίτο, ανακήρυξε το αυτοκέφαλο της υπό την ονομασία «Μακεδονική Ορθόδοξη Εκκλησία» με αποτέλεσμα η έκτακτη Σύνοδος της Ιεραρχίας του Πατριαρχείου της Σερβίας, το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, να κηρύξει την ηγεσία της συγκεκριμένης Εκκλησίας σχισματική.
Το 2005 και μετά από διάλογο που δεν κατέληξε σε συμφωνία μεταξύ του Πατριαρχείου της Σερβίας και της σχισματικής Εκκλησίας, το Βελιγράδι προχώρησε στην επανίδρυση της Ορθόδοξης Αρχιεπισκοπής της Αχρίδας, με προκαθήμενο τον Αρχιεπίσκοπο Ιωάννη, ο οποίος έκτοτε διώκεται συστηματικά από τις σκοπιανές Αρχές.
Το αυτοκέφαλο της αυτοαποκαλούμενης «Μακεδονικής Ορθόδοξης Εκκλησίας» έως τον Νοέμβριο του 2017 δεν είχε αναγνωριστεί από καμιά άλλη ορθόδοξη Εκκλησία.
Όμως στις 27-11-2017 το Πατριαρχείο της Βουλγαρίας, μετά από αίτηση των Σκοπιανών ψευδο-επισκόπων, προχώρησε σε μία πρωτοφανή αναγνώριση αναλαμβάνοντας τον ρόλο της «Μητέρας Εκκλησίας» (!) της σχισματικής «Μακεδονικής Εκκλησίας».
Εντούτοις η μόνη εκκλησιαστική Αρχή που έχει εξουσία να αποφανθεί επί αιτήματος αναγνώρισης και αυτοκεφαλίας είναι το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

του θοδωρη Ασβεστοπουλου /kanaliena.gr
Share on Google Plus

About typo spor

Είμαστε Καθημερινά μαζί σας και Θέλουμε την Κρίση, την Κριτική, την Συμβολή την Υπόδειξη και τη Συμμετοχή σας.Το Portal μας typospor.gr είναι Ανοικτό σε όλους σας."Συνεχίζουμε να συντονιζόμαστε μαζί σας."Με το Μεράκι,την Ορμή και την “Τρέλα” του 1998.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου