Οι Έλληνες φτωχοί ενός κατώτερου Θεού - Στοιχεία Eurostat..

Πληθυσμός όσο... 11 Ελλάδες ζούσε σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισµού το 2017. Στην πολιτισµένη Ευρώπη του 21ου αιώνα, πάνω από 112 εκατ. πολίτες αντιµετωπίζουν συνθήκες φτώχειας λόγω χαµηλού εισοδήµατος, µεγάλων στερήσεων ή επισφαλούς ελάχιστης απασχόλησης.
Τα απογοητευτικά νούµερα της Eurostat είναι ήδη καλύτερα από τα δεδοµένα κατά το διάστηµα 2009-2012, όταν η φτώχεια αυξανόταν σε ολόκληρη την ήπειρο. Σήµερα, έχουµε φτάσει να... πανηγυρίζουµε που η φτώχεια στην ΕΕ έχει περιοριστεί στο 22,5 % του συνολικού πληθυσµού.
Και µπορεί αυτό να ακούγεται ενθαρρυντικό, όµως τα συνολικά στοιχεία δεν δίνουν την πραγµατική εικόνα. Λίγο πιο προσεκτικά να διαβάσει κανείς, θα εντοπίσει µεταβλητές που εγείρουν ερωτήµατα και θέτουν εν αµφιβόλω το success story του αφηγήµατος της σηµερινής ΕΕ.
Σύµφωνα µε τα ποιοτικά αυτά στοιχεία, η ανισότητα αυξήθηκε σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αλλά και στα κράτη-µέλη. Οι αριθµοί δείχνουν ότι οι χώρες που είδαν µεγάλες αλλαγές στις οικονοµίες τους -δηλαδή οι αναπτυσσόµενες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης αλλά και τα κράτη της κρίσης του Νότου- βιώνουν τη µεγαλύτερη αύξηση της ανισότητας.
Όσο κι αν οι Βρυξέλλες συχνά κοιτούν αλλού, καθόλου τυχαία δεν πρέπει να θεωρείται η άνοδος των ευρωσκεπτικιστικών και λαϊκιστικών κοµµάτων σε αυτά τα ίδια κράτη-µέλη της ΕΕ. «Σε απόλυτους όρους, είναι αλήθεια ότι η φτώχεια έχει µειωθεί στην ΕΕ. Ωστόσο, οι στατιστικές αυτές επικεντρώνονται σε ένα συµφωνηµένο σχετικό εισοδηµατικό όριο, δηλαδή στο 60% του µέσου εισοδήµατος των νοικοκυριών, και όχι σε απόλυτα επίπεδα φτώχειας» δηλώνει στο «Έθνος της Κυριακής» ο Λίο Γουίλιαµς, διευθυντής του Ευρωπαϊκού ∆ικτύου Καταπολέµησης της Φτώχειας (European Anti-Poverty Network - EAPN), που αποτελεί το µεγαλύτερο δίκτυο των εθνικών, περιφερειακών και τοπικών δικτύων, συµπεριλαµβανοµένων και ΜΚΟ, όπως και οργανώσεων που εργάζονται κατά της φτώχειας.

Σε κρίσιμα επίπεδα

Τα υψηλότερα επίπεδα φτώχειας καταγράφονται στη Βουλγαρία, στη Ρουµανία και στην Ελλάδα, µε το 1/3 του πληθυσµού να βρίσκεται σε κρίσιµα επίπεδα (38,9%, 35,7% και 34,8% αντίστοιχα). Ωστόσο, ενώ σε Βουλγαρία και Ρουµανία παρατηρήθηκε σηµαντική µείωση από τα επίπεδα του 2008 (44,8% και 44,2%), στην Ελλάδα σηµειώθηκε αύξηση. Τα στοιχεία αναφέρουν ότι 3,7 εκατ. Ελληνες ζουν υπό συνθήκες φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισµού, 700.000 εκ των οποίων φτωχοποιήθηκαν µέσα στα 9 χρόνια της κρίσης...
«Η µείωση κατά 25 % του εισοδήµατος από τα µεσαία και χαµηλότερα στρώµατα µέσα σε 8 χρόνια µπορεί να παραλληλιστεί µόνο µε εισοδηµατικές απώλειες σε περιπτώσεις πολεµικής ήττας. Στις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης, από την αρχή της κρίσης παρατηρείται απλώς υστέρηση της αύξησης των εισοδηµάτων έναντι του ΑΕΠ. Σε καµία χώρα δεν παρουσιάστηκε συνεχόµενη ύφεση για σχεδόν 8 χρόνια, µε αποτέλεσµα τη συνολική µείωση του ΑΕΠ κατά 22,8 %, συνδυαζόµενη µε µείωση του κατά κεφαλήν εισοδήµατος σε ποσοστό 27,5 %» εξηγεί η ελληνική επιστηµονική επιτροπή του ∆ικτύου Καταπολέµησης της Φτώχειας.
«Μια βασική οικονοµική αρχή λέει πως όταν µια οικονοµία βρίσκεται σε ύφεση, µόνο η τόνωση της ζήτησης των χαµηλότερων τάξεων -που καταναλώνουν περισσότερο εγχώρια προϊόντα και υπηρεσίες- µπορεί να συµβάλει στην ανάταξη της οικονοµίας, δηµιουργώντας έσοδα για τα κρατικά ταµεία.
Η γερµανική εµµονή στον χαµηλό πληθωρισµό και στο Σύµφωνο ∆ηµοσιονοµικής Σταθερότητας είχε ως αποτέλεσµα τη διατήρηση των αρνητικών ρυθµών ανάπτυξης της ελληνικής οικονοµίας και άρα την εξυπηρέτηση των δανείων από τις συνεχιζόµενες περικοπές εισοδηµάτων» τονίζει η επιτροπή.
Με στοιχεία του 2016, το καλάθι βασικών αγαθών για επιβίωση ενός ατόµου στοιχίζει 434 ευρώ/µήνα (983 ευρώ/µήνα για δύο άτοµα) σε αστική περιοχή. Το διαθέσιµο µηνιαίο εισόδηµα κάτω από τα συγκεκριµένα όρια συνιστά κατάσταση «ακραίας φτώχειας», δηλαδή συνιστά αδυναµία απόκτησης των αναγκαίων προς το ζην. «Κατά την περίοδο 2001-2016 το ποσοστό της ακραίας φτώχειας σχεδόν διπλασιάστηκε τα πρώτα δύο χρόνια (από 8,9% το 2011 σε 17,1% το 2013), ενώ έκτοτε υποχώρησε, παραµένοντας όµως σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα. Αξίζει να σηµειωθεί ότι το ποσοστό ακραίας φτώχειας το 2009 -την πρώτη χρονιά της κρίσης- δεν ξεπερνούσε το 2,2%» σηµειώνει η επιτροπή.
Σύµφωνα µε τους ειδικούς, δύο είναι οι βασικοί παράγοντες που µπορούν να οδηγήσουν στην αντιστροφή αυτής της κατάστασης: η ολοκλήρωση του κοινωνικού δικτύου ασφαλείας σε συνδυασµό µε τη γενίκευση ενός «αξιοπρεπούς εγγυηµένου εισοδήµατος» και την επέκταση της πρόσβασης σε κοινωνικές υπηρεσίες (εκπαίδευση, στέγη, σύστηµα υγείας & πρόνοιας), αλλά και η επανεκκίνηση της ενδογενούς παραγωγικής ανασυγκρότησης µε δηµιουργία νέων και βιώσιµων θέσεων εργασίας, δίνοντας έµφαση στην συνεταιριστική και κοινωνική επιχειρηµατικότητα.

Τα ποσοστά ανά χώρα

Σε χειρότερη κατάσταση από την Ελλάδα, σε σχέση µε το ποσοστό του πληθυσµού που βρίσκεται σε κατάσταση φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισµού, είναι η Βουλγαρία (38,9%) και η Ρουµανία (35,7%). Στην άλλη άκρη (µε ποσοστά µικρότερα του 20%) βρίσκονται η Τσεχία (12,2%), η Φινλανδία (15,7%), η Σλοβακία (16,3%), η Ολλανδία (17%), η Σλοβενία και η Γαλλία (17,1%), η ∆ανία (17,2%), η Σουηδία (17,7%), η Αυστρία (18,1%) και η Γερµανία (19%). Η Πολωνία και η Λετονία έχουν µειώσει τα επίπεδα φτώχειας τους σε 19,5% και 26,2% (από 30,5% και 34,2% αντίστοιχα).
«Η σύγκριση των επιπέδων φτώχειας µεταξύ των διαφόρων χωρών δεν λαµβάνει επαρκώς υπόψη τις διαφορές στο επίπεδο διαβίωσης. Στην πραγµατικότητα, είναι περισσότερο ένα µέτρο ανισότητας.
Για παράδειγµα, ένα πρόσωπο που είναι σχετικά φτωχό σε µια πλούσια χώρα υποφέρει συνήθως λιγότερο από υλικές στερήσεις σε σχέση µε κάποιον που ζει σε µια χώρα µε χαµηλό βιοτικό επίπεδο. Σε αυτές τις χώρες η φτώχεια µπορεί να είναι πιο ακραία, οι άνθρωποι είναι πιο πιθανό να στερούνται βασικών αναγκών και η επιβίωση µπορεί να είναι µεγαλύτερος αγώνας.
Την ίδια στιγµή, επειδή τα γενικά επίπεδα διαβίωσης είναι χαµηλότερα σε αυτές τις χώρες, µπορεί να υπάρχει λιγότερη σχετική φτώχεια, δηλαδή λιγότερη διαφορά µεταξύ των “φτωχών” και του βιοτικού επιπέδου όλων των άλλων. Η χειρότερη κατάσταση βρίσκεται στις χώρες της ΕΕ µε χαµηλό συνολικό βιοτικό επίπεδο και υψηλό επίπεδο σχετικής φτώχειας» αναφέρει ο Λίο Γουίλιαµς.
Αυτό που µας λέει ο ειδικός είναι ότι στην πραγµατικότητα συγκρίνονται... ανόµοια πράγµατα. Κάθε χώρα έχει το δικό της ΑΕΠ και την καταγραφή του αριθµού των ανθρώπων που ζουν σε συνθήκες ανέχειας. Εποµένως, µπορεί η µείωση της φτώχειας να ισχύει µεν, ωστόσο φαίνεται να είναι µεγαλύτερη σε χώρες που ήταν ήδη φτωχές και άρα ο αριθµός των πραγµατικά φτωχών να παραµένει εξαιρετικά υψηλός.
Για παράδειγµα, ο κατώτατος µισθός στη Βουλγαρία είναι 261 ευρώ, ενώ στη Γερµανία 1.498 ευρώ. Αφού το όριο της φτώχειας καθορίζεται -χονδρικά- από το ύψος του εισοδήµατος σε σχέση µε το ΑΕΠ, ο φτωχός στη Βουλγαρία είναι... πολύ πιο φτωχός από τον Γερµανό. Φυσικά, το κόστος ζωής σε κάθε χώρα παίζει σοβαρό ρόλο στην ικανότητα αντιµετώπισης των εξόδων διαβίωσης, ωστόσο συνήθως και αυτό σηµαίνει κάτι για την ποιότητα ζωής.
Ενδείξεις ότι η κατάσταση δεν είναι όπως φαίνεται παρέχουν και άλλες µεταβλητές. Ο δείκτης ανισότητας µετράει πόσες φορές µεγαλύτερο είναι το εισόδηµα του πιο πλούσιου 20% του πληθυσµού της κάθε χώρας, σε σύγκριση µε το πιο φτωχό 20%. Σύµφωνα µε τα στοιχεία της ίδιας της ΕΕ, στις λιγότερο ανεπτυγµένες χώρες η ανισότητα αυξήθηκε, ακόµη και στις χώρες που ήταν ήδη ψηλά. Χαρακτηριστικό παράδειγµα είναι η Βουλγαρία, όπου από το 6,5% που ήταν το 2008 έφτασε το 8,2% το 2017. ∆ηλαδή, το 20% των πλουσίων στη Βουλγαρία είναι κατά 8,2% πιο πλούσιο σήµερα απ’ ό,τι το 2008. Στην Ελλάδα, από το 5,9% πήγε στο 6,1%. Οι χώρες σε κρίση κατέγραψαν τις µεγαλύτερες αλλαγές ανισότητας.
Εάν, δε, σε αυτά τα στοιχεία προσθέσουµε και τον δείκτη ισότητας οικονοµικών σε ολόκληρη την κοινωνία (GINI coefficient), στοιχείο που παραπέµπει στο κόστος ζωής κάθε χώρας, τότε το παζλ συµπληρώνεται. Όσο πιο υψηλός είναι ο δείκτης αυτός, τόσο µεγαλύτερο µέρος του πληθυσµού φαίνεται ότι χάνει τα κεκτηµένα του. Αυτό συµβαίνει στο µεγαλύτερο µέρος της ευρωπαϊκής ηπείρου, µε µικρές εξαιρέσεις σε Λετονία, Ουγγαρία, Πολωνία και Σλοβακία. Η ερµηνεία µπορεί να είναι διπλή. Η αύξηση του ΑΕΠ αφορά συγκεκριµένο ποσοστό µικρού µέρους του πληθυσµού.
Αντίστοιχα, η µείωση του ΑΕΠ των χωρών του Νότου οδήγησε στη συρρίκνωση των µεσαίων τάξεων, ως αποτέλεσµα της συγκέντρωσης πλούτου στα ανώτατα στρώµατα. Η άτυπη «αφρικανοποίηση» της ευρωπαϊκής περιφέρειας, είτε µιλάµε για χώρες της πρώην ΕΣΣ∆ είτε για πρώην πλούσιες χώρες του Νότου, έχει οδηγήσει σε άνοδο των ευρωσκεπτικιστικών και ακραίων κοµµάτων στις χώρες αυτές.
«Η φτώχεια, η λιτότητα, η κρίση του ευρώ, η πολιτική κρίση γύρω από τη µετανάστευση έχουν ως αποτέλεσµα η βιωσιµότητα και το µέλλον της ΕΕ να αµφισβητούνται από τα ευρωσκεπτικιστικά και τα λαϊκιστικά κόµµατα. Σχεδόν οι µισοί Ευρωπαίοι πολίτες δεν εµπιστεύονται τα θεσµικά όργανα της ΕΕ και υπάρχουν αντίστοιχα χαµηλά επίπεδα εµπιστοσύνης στους εθνικούς θεσµούς. Η επιµονή των υψηλών επιπέδων φτώχειας στην Ευρώπη υπονοµεύει τα ηθικά θεµέλια της Ευρώπης και εποµένως τη σχέση µεταξύ των Ευρωπαίων και της πολιτικής τους ηγεσίας.
Αλλά το σηµαντικότερο είναι ότι τα υψηλά επίπεδα φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισµού έχουν αρνητικό αντίκτυπο στη ζωή και στο µέλλον σχεδόν του 1/4 του πληθυσµού της Ευρώπης!» τονίζει ο Λ. Γουίλιαµς. «Για να αποφευχθούν αυτοί οι κίνδυνοι, οι Ευρωπαίοι ηγέτες πρέπει να ανταποκριθούν στην πρόκληση και να δεχθούν ότι είναι ηθικά απαράδεκτο για τα πολιτικά και οικονοµικά συστήµατα της Ευρώπης να επιτρέπουν στο 1/4 του πληθυσµού να ζει σε κίνδυνο φτώχειας.
Το 2019 πρέπει να εξασφαλίσουν την εφαρµογή πολιτικών δεσµεύσεων υψηλού επιπέδου, που θα διασφαλίσουν ουσιαστικές αλλαγές στη ζωή των ανθρώπων που βιώνουν τη φτώχεια» καταλήγει ο ειδικός.

πηγη : ethnos.gr
Share on Google Plus

About typo spor

Είμαστε Καθημερινά μαζί σας και Θέλουμε την Κρίση, την Κριτική, την Συμβολή την Υπόδειξη και τη Συμμετοχή σας.Το Portal μας typospor.gr είναι Ανοικτό σε όλους σας."Συνεχίζουμε να συντονιζόμαστε μαζί σας."Με το Μεράκι,την Ορμή και την “Τρέλα” του 1998.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου